HOME

GEORGE RECLOS

FRANK PANIS

FRANCESCO ZEZZA

PATRICIA SPINELLI

ARTICLES

FISH INDEX

PROFESSIONALS

PHOTO GALLERY

LINKS

BOOK REVIEW

AWARDS

MARINE TANK

DISCOVER MEDITERRANEAN

SIDE EFFECTS

HOBBYIST'S GALLERY

MACRO & NATURE PHOTOGRAPHY

DISASTERS WITH DAVE

MCH-DUTCH

MCH PO POLSKU

ARTYKU£Y

ΑΡΧΙΚΗ

ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΡΑΒΕΙΑ

 

 

 

Συμβατότητα των ειδών – Ένα πολυσύνθετο θέμα

Ένα άρθρο των Γιώργου Ι. Ρεκλού - Ανδρέα Ηλιόπουλου

Όντας μέλος του African Cichlid List, έχω υπ’ όψιν μου, από πρώτο χέρι, τα προβλήματα και τα θέματα που πραγματικά ενδιαφέρουν τους φίλους-χομπίστες, ειδικότερα αυτούς που διατηρούν είδη κιχλίδων από το τις Λίμνες του Κατακρημνησιγενούς Ρήγματος της νοτιοανατολικής Αφρικής. Έχω επανειλημμένως αντιμετωπίσει τα παράπονα που κάνουν χομπίστες σε σχέση με κάποια είδη ψαριών που τρομοκρατούν ή και να σκοτώνουν άλλα είδη μέσα στα ενυδρεία τους. Το ίδιο συμβαίνει και σε ενυδρεία που στεγάζουν τα προερχόμενα από τον Νέο Κόσμο εξαδέλφια τους. Πολλές φορές οι αρχάριοι ακουαρίστες κάνουν την κλασσική πλέον ερώτηση: «ποια είδη είναι συμβατά με αυτά που μου αρέσουν ή που ήδη διατηρώ;». Από τη στιγμή που το θέμα στεγάζω διαφορετικά είδη κιχλίδων μαζί, είναι διαρκώς υπό συζήτηση και εφ’ όσων ο φόβος των επιπτώσεων ενός τέτοιου εγχειρήματος πολλές φορές ακολουθεί τη λάθος κατεύθυνση (= νεκρά ψάρια), θα προσπαθήσω να υπογραμμίσω κάποια σημεία, μήπως και βοηθήσω τους συναδέλφους χομπίστες να κατανοήσουν τα κρίσιμα θέματα.

Σε τι ακριβώς αναφέρεται η συμβατότητα των ειδών;;

Κανονικά ο όρος χρησιμοποιείται όταν αναφερόμαστε σε είδη που απαιτούν την ίδια χημεία (pH, GH, KH) και τα ίδια φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του νερού (θερμοκρασία, αγωγιμότητα, ώσμωση κλπ). Γνωρίζετε φαντάζομαι την απαγόρευση που λέει : «μην μπερδεύετε Αμερικάνικες κιχλίδες με Αφρικάνικες, λόγω των διαφορετικών αναγκών που έχουν σε ότι αφορά στην ποιότητα του περιβάλλοντος νερού τους». Έτσι ο περισσότερος κόσμος γνωρίζει πως τα είδη του γένους Symphysodon ευημερούν σε νερό με τιμές του pH συνήθως χαμηλότερες από 6,8 (σχεδόν αποσταγμένο νερό) και με συχνές μεγάλες μερικές αλλαγές, οι αμερικάνικες κιχλίδες προτιμούν ελαφρά αλκαλικό νερό (pH 7,0 – 7,5) και δεν έχουν πολύ σοβαρές ανάγκες σε ότι αφορά στην συγκέντρωση αλάτων στο νερό τους, ενώ, τέλος, οι κιχλίδες από τις λίμνες της νοτιοανατολικής Αφρικής (Malawi, Tanganyika, Victoria και τις υπόλοιπες παρακείμενες λίμνες, όπως η Kyoga, Edward’s, Albert’s κλπ), απαιτούν αλκαλικό περιβάλλον (pH 7,8 – 9,2 εξαρτάται από τη λίμνη) και ανάλογη σύνθεση αλάτων. Οι περισσότεροι αρχάριοι δεν κάνουν καν τον κόπο να φτάσουν μέχρις αυτό το σημείο βέβαια. Το χρώμα και το μέγεθος των ψαριών είναι αυτό που πρωταρχικά (για να μην πω πως είναι και τα μοναδικά δύο κριτήρια) βάσει των οποίων αποκτούν τα ψάρια τους. Έτσι ξεκινάνε και τα προβλήματά τους βέβαια. Κάποια είδη τρομοκρατούνται ή κυνηγιούνται μανιωδώς από κάποια άλλα, παραμένουν κρυμμένα πίσω από τα φίλτρα, δεν βγαίνουν καν για να τραφούν, λόγω φόβου, αρρωσταίνουν και πιθανώς μεταδίδουν το stress ή την ασθένεια και στους υπόλοιπους συγκατοίκους τους, ή τελικά θανατώνονται. Αν και το να τσακωθούν κάποια ψάρια, να πληγώσει το ένα το άλλο, ή ακόμη και να υπάρξει και θανάτωση ενός ψαριού από άλλο είναι φυσιολογικό, όταν έχει κανείς να κάνει με κιχλίδες, το να έχει κάποιος καθημερινές απώλειες από καυγάδες στο ενυδρείο του, παύει να ισχύει ως φυσιολογικό. Εδώ πρόκειται, μάλλον σίγουρα, για υπόθεση που φωνάζει από μακριά για ασυμβατότητα.

Εάν οι παράμετροι του νερού του ενυδρείου είναι οι κατάλληλες, έχει λυθεί ένα πολύ βασικό πρόβλημα, οπότε η «συμβατότητα» είναι ευκολότερο να επιτευχθεί. Δυστυχώς όμως ο όρος «Συμβατότητα» εμπεριέχει πολύ περισσότερες παραμέτρους από τη χημεία του νερού και συνήθως οι περισσότεροι ακουαρίστες αντιμετωπίζουν σε αυτό το σημείο ακριβώς τα περισσότερα προβλήματα. Θα παραθέσω λοιπόν (και θα εξηγήσω περιληπτικά) κάποιες από τις βασικότερες παραμέτρους που έχω διαπιστώσει να κρατάνε τους σημαντικότερους ρόλους σε ότι αφορά στη συμβατότητα των υδρόβιων κατοικιδίων μας. Θα δώσω μάλιστα και κάποια παραδείγματα προερχόμενα από τις προσωπικές μου εμπειρίες και παρατηρήσεις σε σχέση με τις κιχλίδες της νοτιοανατολικής Αφρικής. Άλλωστε αυτά τα είδη δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για λάθη σε κοινωνικά ενυδρεία που τα στεγάζουν.

Διατροφικές ανάγκες

Τα είδη διαχωρίζονται, ανάλογα με τις ανάγκες σίτισής τους σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: omnivores (= παμφάγα), herbivores (= χορτοφάγα) και carnivores (= σαρκοφάγα). Γενικά μπορούμε να πούμε πως τα Φυτοφάγα τρέφονται με φυτοπλανκτόν, βενθικά διάτομα, νηματώδη φύκη, υδρόβια φυτά και φύκη γενικότερα. Τα σαρκοφάγα προσλαμβάνουν ως τροφή ζωοπλανκτόν, βενθικά ασπόνδυλα, έντομα (υδρόβια ή χερσαία) και ψάρια, ενώ τα Παμφάγα βρίσκονται – διατροφικά – κάπου ανάμεσα στα Φυτοφάγα και στα Σαρκοφάγα.

Επί μέρους ακόμη μπορούμε να διαχωρίσουμε τα είδη σε ειδικά ή μονοφάγα (= πολύ περιορισμένο ή μοναδικό φάσμα λείας) που έχουν αναπτύξει και ειδικούς τρόπους σύλληψης (πχ κατανάλωση διατόμων ή νηματωδών φυκιών, ξύνοντας τις επιφάνειες, ή θρυμματισμός γαστερόποδων με ειδικά διαμορφωμένες οδοντοστοιχίες) και σε γενικά τα οποία διακρίνονται σε ευρυφάγα (= δίαιτα μεγάλου φάσματος τύπων τροφής) και σε στενοφάγα (= λιγότεροι τύποι τροφής).

Η στενοφαγία συνδέεται πλεονεκτικά με τη λιγότερη κατανάλωση απαιτούμενης ενέργειας για την εύρεση, κυνήγι και σύλληψη τροφής και μειονεκτικά με περιορισμό στην αφθονία της τροφής τους, γιατί οι τροφές πέραν αυτών που εντάσσονται στο στενό εύρος του τροφικού τους φάσματος δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές.

Η ευρυφαγία συνδέεται πλεονεκτικά με μεγάλο τροφικό φάσμα και μειονεκτικά με την μεγάλη κατανάλωση απαιτούμενης ενέργειας για αναζήτηση και λήψη της τροφής.

Η μονοφαγία συνδέεται πλεονεκτικά με τη λήψη ενός ή λίγων συγκεκριμένων ειδών τροφής που δεν καταναλώνεται από άλλα είδη και μειονεκτικά από την εξάρτηση της επιβίωσης των μονοφάγων ειδών στην αφθονία αυτής της τροφής.

Οι παραπάνω τρεις κατηγορίες διαχωρίζονται επίσης και σε άλλες υποκατηγορίες που αντιπροσωπεύουν τις όποιες διαφορετικές διατροφικές ανάγκες μπορεί να έχουν μεταξύ τους τα είδη που ανήκουν σε αυτές τις μεγάλες κατηγορίες.

Για τα Παμφάγα τα πράγματα είναι απλούστερα αν και ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο ένα παμφάγο είδος ζει, μπορεί να καθοριστούν και πιο εξειδικευμένα τα είδη που αποτελούν τη διατροφή του. Αλλά ένα παμφάγο (άλλωστε το δηλώνει και η λέξη) μπορεί να «απλωθεί» διατροφικά σε μεγαλύτερο φάσμα τροφών, οπότε η διατροφή των παμφάγων ειδών εννοείται και ως η ευκολότερη. Ανάμεσα στους επί μέρους διαχωρισμούς που αφορούν στα παμφάγα είναι τα Detritivores (ψάρια που τρέφονται από κατάλοιπα τριβής και/ή αποσάθρωσης – θρύμματα του υποστρώματος - πχ Amphilophus species).

Τα πράγματα περιπλέκονται στις δύο άλλες κατηγορίες και θα εξηγήσω το γιατί.

Τα Χορτοφάγα ψάρια σαφώς προσλαμβάνουν τροφές με βάση τις φυτικές πρωτεΐνες. Παρ’ όλα αυτά, φυτικές πρωτεΐνες περιέχουν πάρα πολλά πράγματα κάτω από το νερό. Φυτικές πρωτεΐνες περιέχουν και οι διάφορες συμβιωτικές άλγες και τα μικροφύκη και οι μακροάλγες (υδρόβια φυτά), τα φύλλα ή τα φρούτα υδρόφιλων δέντρων και φυτών, το φυτοπλανκτόν κλπ. Εάν εκλάβουμε ως διαφορετικές τροφές τα παραπάνω (και είναι τέτοιες) μπορούμε να καταλάβουμε πως υπάρχουν και διαφορετικά φυτοφάγα που προσλαμβάνουν τις αναγκαίες φυτικές πρωτείνες από αυτά. Έτσι κάποια ψάρια θα τρώνε υδρόβια φυτά, ή φρούτα υδρόφιλων δέντρων και φυτών (πχ Colossoma macropomum, Methynnis species, Hypostomus species κλπ), κάποια άλλα θα τρώνε μικροφύκη (πχ. τα Tropheus species, Etermodus species και Spathodus species της λίμνης Tanganyika, διάφορα είδη m’buna της λίμνης Malawi, πολλά από τα αλγοφάγα είδη της οικογένειας των Loricariidae κλπ) που με διάφορες τεχνικές τα αποσπούν πάνω από επιφάνειες βράχων (τα βοηθά και η φυσιολογία του στόματος και των δοντιών τους σ’ αυτό) και κάποια άλλα είδη (τα χαρακτηριζόμενα ως Phytoplanktivores) τρέφονται με φυτοπλανκτονικούς οργανισμούς (πχ Cichla ocellaris της νοτίου Αμερικής, Ophthalmotilapia species, Grammatotria lemairii της λίμνης Tanganyika, διάφορα είδη από την οικογένεια των Loricariidae, κλπ) κ.ο.κ.

Οι ανάλογοι διαχωρισμοί μπορούν (και πρέπει να γίνουν) σε ότι αφορά και στα Σαρκοφάγα είδη. Ανάλογα με το είδος τροφής που προσλαμβάνει ένα σαρκοφάγο είδος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευκαιριακά ή αποκλειστικά Piscivores (ψαροφάγο). Ευκαιριακό Ψαροφάγο είδος χαρακτηρίζεται το Cyphotilapia frontosa της λίμνης Tanganyika, ενώ ως καθαρά Ψαροφάγα χαρακτηρίζονται τα Nimbochromis species της λίμνης Malawi. Επίσης μπορεί να χαρακτηριστεί ως Insectivores (εάν η διατροφή του καλύπτεται από μερικά ή και όλα τα στάδια εξέλιξης υδρόβιων ή/και χερσαίων εντόμων (πχ κάμποσα από τα Haplochromis species της λίμνης Victoria), Zooplanktivores, εφ’ όσον τρέφονται με ζωοπλανκτονικούς οργανισμούς (πχ Haplochromis pyrrhocephalus της λίμνης Victoria), Molluscivores, εάν τη διατροφή τους καλύπτουν διάφορα είδη οστρακοδέρμων ή ασπόνδυλων όπως διάφορα είδη σαλιγκαριών (πχ Macropleurodus bicoclor της Victoria ή Neolamrologus tetracanthus και N. tretocephalus της Tanganyika). Κάποια είδη τρέφονται με αβγά άλλων ψαριών (όπως αρκετά από τα Telmatochromis και Julidochromis species της λίμνης Tanganyika) ή και με αβγά και με μωρά άλλων ψαριών και χαρακτηρίζονται σαν Paedophages, όπως τα Haplochromis barbarae της λίμνης Victoria. Επίσης κάποια σαρκοφάγα ψάρια μπορούν να χαρακτηριστούν και ως Vermivores (= σκουληκοφάγα) εάν η πλειονότητα της τροφής τους αποτελείται από σκουλήκια (πχ Μelanochromis vermivorus της λίμνης Malawi).

Αντιλαμβανόσαστε λοιπόν πως θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε πολλά ονόματα που να απεικονίζουν διαφορετικά είδη διατροφής, για να χαρακτηρίσουμε κάποιο είδος με βάση τη διατροφή του.

Αυτό έχει να κάνει βέβαια με τις πρωτογενείς πηγές της διατροφής των ειδών και θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν. Είναι φυσικό τα ψάρια να τρέφονται, στο φυσικό περιβάλλον, με ότι μπορούν πιο εύκολα να βρουν ή εποχιακά είναι διαθέσιμο, αλλά φαίνεται καθαρά πως κάθε είδος εξειδικεύεται στο να κυνηγάει, αρπάζει, βόσκει, τρώει και τελικά να μεταβολίζει συγκεκριμένα είδη τροφών. Εάν εμείς ταΐσουμε κάποιο είδος με τη λάθος τροφή από αυτή που ο οργανισμός του βιολογικά προτιμάει, θα οδηγηθούμε αργά ή γρήγορα σε πρόβλημα που έχει να κάνει με τη διατροφή. Η ασθένεια Malawi bloat, που ταλαιπωρεί πολλά ψάρια της λίμνης Malawi (και όχι μόνο) που ζουν στην αιχμαλωσία και που συνήθως είναι θανατηφόρα, όπως και της αντίστοιχης ασθένειας των Tropheus (που εκτός από τα είδη των Tropheus της λίμνης Tanganyika προσβάλει και άλλα αλγοφάγα της ίδιας λίμνης, όπως τα Etermodus species) είναι ανάμεσα στις ασθένειες που συνδέονται με stress του οργανισμού των ψαριών προερχόμενο από λανθασμένη διατροφή και προσβάλει ισχυρά το πεπτικό σύστημα των ψαριών. Ο λόγος που προσβάλλεται το πεπτικό σύστημα είναι η ίδια η φυσική κατασκευή του και το μήκος των εντέρων που είναι κατασκευασμένο και προσαρμοσμένο ώστε να μπορεί να διαχειριστεί το ένα είδος τροφής ενώ αδυνατεί να «χρησιμοποιήσει» μία άλλη. Τα φυτοφάγα ψάρια, για παράδειγμα, έχουν μεγάλο μήκος εντέρων και τα τοιχώματα των πεπτικών οργάνων τους είναι έτσι κατασκευασμένα για να μπορούν να πέψουν φυτικές τροφές, με υψηλές περιεκτικότητες σε δύσπεπτες κυτταρίνες. Σε συνάρτηση με την ειδική κατασκευή του στόματος, των οδοντοστοιχιών τους ή των φαρυγγικών δοντιών τους, το μεγάλου μήκους πεπτικό σύστημα των φυτοφάγων μπορεί να χρησιμοποιεί σαν τροφή μόνο φυτικές ύλες. Το αντιστοίχως αντίθετο συμβαίνει με τα σαρκοφάγα είδη. Και παρ’ όλο που τα ψάρια στη φύση που και που προσλαμβάνουν και τροφές που δεν είναι οι απολύτως κατάλληλες χωρίς πρόβλημα, εάν ταϊστούν συνεχώς με λάθος τροφές θα αποκτήσουν πρόβλημα, αφού ούτε τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά θα παίρνουν ούτε και θα μπορούν να πέψουν τις τροφές που βιολογικά ο οργανισμός τους δεν αναγνωρίζει και άρα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει.

Λόγω μάλιστα των διαφορών που παρουσιάζουν τα είδη μεταξύ τους, σε ότι αφορά στην περιοχή της στήλης του νερού που συνηθίζουν να βρίσκονται για την αναζήτηση της τροφής τους, υπάρχουν και οι σχετικές προτιμήσεις για τα αιχμάλωτα ψάρια. Έτσι άλλα προτιμούν flakes (εάν τρέφονται στην επιφάνεια), ενώ αυτά που τρέφονται στο βυθό θα προτιμήσουν βυθιζόμενες τροφές (ταμπλέτες ή πελλέτες) και αυτά που τρέφονται στα μεσόνερα είναι προτιμότερο να ταΐζονται με αργά βυθιζόμενες πελλέτες κλπ.

Ένα άλλο στοιχείο αφορά στο μέγεθος και στην ηλικία των ψαριών. Είναι ολοφάνερο πως δεν μπορείτε να ταΐζετε το τριανταπέντε εκατοστομέτρων σας Astronotus ocellatus (γνωστό και ως Oscar) με τροφή για αύξηση γόνου, ή τα Capoeta tetrazona (Tiger barbus) σας με πελλέτες για μεγαλόσωμες κιχλίδες. Εάν ταΐζετε μόνο ένα είδος τροφής σε ένα «κοινωνικό ενυδρείο», κάποια ψάρια σας θα υποσιτίζονται ενώ κάποια άλλα θα υπερσιτίζονται αντίστοιχα.

Επίσης πρέπει να λαμβάνετε υπ’ όψιν σας πως οι διατροφικές συνήθειες των ψαριών αλλάζουν με την ηλικία τους. Αυτές οι αλλαγές συνδέονται με τις μεταβολές της δομής του σώματός τους. Γίνεται σαφές λοιπόν πως είναι προτιμότερο να κρατάτε στο ίδιο ενυδρείο ψάρια της ίδιας περίπου ηλικίας.

Εάν τώρα υποθέσουμε πως ήδη έχετε ένα ενυδρείο γεμάτο με ασύμβατα μεταξύ τους είδη, σε σχέση με τη διατροφή τους, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιείτε δύο ή τρία διαφορετικά μεγέθη τροφής για κάθε διατροφική ομάδα ψαριών. Μήπως θα είχατε αποφύγει κάτι τέτοιο και θα διευκολύνατε τη ζωή σας εάν είχατε διαλέξει τα ψάρια σας ανάμεσα σε συμβατά μεταξύ του είδη από την αρχή; Ένα κλασσικό παράδειγμα λάθους με ασύμβατες – ως προς τη διατροφή – νοτιοαφρικάνικες κιχλίδες της λίμνης Malawi, σε ενυδρείο είναι η διατήρηση Χορτοφάγων m’buna μαζί με Haps (το συνηθέστερο είδος είναι το Sciaenochromis fryeri), ή ακόμη μαζί με Ψαροφάγα (τα Nimbochromis venustus είναι το πιο συνηθισμένο είδος που απαντάται σε τέτοια «λάθος» ενυδρεία).

 Ιδιοσυγκρασία των ψαριών

Μερικά είδη είναι χαρακτηρισμένα σαν «επιθετικά» στη βιβλιογραφία και αυτός ο χαρακτηρισμός αποτελεί μια καλή πρώτη προειδοποίηση για κάθε ακουαρίστα, αρκεί να λαμβάνεται υπ’ όψιν, όταν διαλέγουμε ψάρια για τα ενυδρεία μας. Επιθετικό ψάρι σημαίνει επί το πλείστον ένα ενήλικο αρσενικό άτομο που θα εγκατασταθεί σε μία «περιοχή» την οποία θα υπερασπίζεται (κάποιες φορές και λυσσαλέα) ενάντια σε κάθε ανεπιθύμητο εισβολέα. Θα κυνηγήσει, θα τσιμπήσει πτερύγια, θα τραυματίσει ή και θα σκοτώσει κάθε ψάρι που δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται τα επίμονα και έντονα μηνύματα της «περιοχικής επιθετικότητάς» του. Αυτή η συμπεριφορά δεν μπορεί να χαρακτηρίσει το ψάρι αυτό σαν «κακό», αφού είναι μέρος της φυσικής του συμπεριφοράς, όπου ο ανταγωνισμός για τροφή και περιοχές στο φυσικό περιβάλλον είναι μανιώδης. Εάν κάποιος επιμένει να διατηρεί τέτοια είδη σε μικρά ενυδρεία, θα «δημιουργήσει» το τέλειο πεδίο μάχης, έως ότου το πρόβλημα λυθεί από το επιθετικότερο ψάρι του ενυδρείου με τον καιρό (σκοτώνοντας τα περισσότερα ψάρια στο ενυδρείο).

Οι συγκάτοικοι ενός ενυδρείου θα πρέπει να επιλεγούν από είδη με την ίδια ή συγγενική ιδιοσυγκρασία. Πρέπει να είναι άτομα του ιδίου μεγέθους και ο χώρος που θα τα στεγάσει θα πρέπει να διαθέτει αρκετό χώρο για όλους και πολλές κρυψώνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεμάτο από συμβατά μεταξύ τους είδη, γρήγορα θα επιτευχθεί ένα ισορροπημένο δυναμικό και το ενυδρείο θα συνεχίσει για πολλά χρόνια να λειτουργεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα , όσο κι αν οι κάτοικοί του συγκαταλέγονται ανάμεσα στα επιθετικά είδη.

Για να δώσω κάποια παραδείγματα επιθετικών ειδών θα αναφέρω πως σαν επιθετικά είδη μπορώ να χαρακτηρίσω τα είδη του γένους Melanochromis (με ιδιαίτερα επιθετικά τα M. auratus και M. chipokae) κάποιες νοτιοαμερικάνικες κιχλίδες (πχ Astronotus ocellatus και Amphilophus species) και αρκετά από τα Guapotes (πχ Nandopsis nicaraguensis). Αυτά τα είδη είναι πραγματικά επιθετικά.

Παρ’ όλες τις επισημάνσεις που έκανα θα έχετε πιθανόν προσέξει μέσα σε άλλες σελίδες αυτού του site, πως έχω διατηρήσει μαζί στο ίδιο ενυδρείο και χωρίς κανένα πρόβλημα, επί τρία χρόνια, δεκαοκτώ (18) Melanochromis chipokae (5♂♂ και 13♀♀) μαζί με μία αποικία αποτελούμενη από δέκα άτομα (10) M. auratus (1♂ και 9♀♀) και ένα ζευγάρι Maylandia lombardoi. Λυσσαλέοι καυγάδες παρατηρούνταν κάθε τόσο, αλλά έληγαν όπως ξεκινούσαν, χωρίς παραπέρα προβλήματα.

Το μυστικό της επιτυχίας σε αυτό το «δύσκολο» ενυδρείο ήταν οι αριθμοί των ψαριών και η πληθώρα περιοχών και κρυψώνων.

Εξ’ άλλου θα πρέπει να τονίσω πως όταν λέμε για κάποιο είδος πως είναι «ειρηνικό για αφρικάνικο είδος», είναι απλά ένας γενικευμένος και απλοϊκός χαρακτηρισμός, αφού έτσι περιγράφεται η συνηθισμένη συμπεριφορά του είδους. Κάθε άτομο όμως του ίδιου είδους μπορεί να διαφέρει στη συμπεριφορά (όπως συμβαίνει σε όλα τα είδη των ζώων και φυσικά των ανθρώπων). Συμβαίνει να έχω στην κατοχή μου ένα αρσενικό Cyrtocara moorii που εμφανίζεται (έως αυτήν τουλάχιστον τη στιγμή) ως το υπερκυρίαρχο άτομο στο ενυδρείο που στεγάζω τα μη m’buna είδη από κιχλίδες της Malawi και κάποιες φορές έχει δείξει πως μπορεί να γίνει τρομακτικά επιθετικό. Εάν ρίξετε όμως μια ματιά στη βιβλιογραφία θα δείτε πως αναφέρεται ως σχετικά φιλήσυχο είδος. Ε λοιπόν το δικό μου δεν είναι φιλήσυχο!

Melanochromis auratus αρσενικό και θηλυκό (δεξιά φωτο) και θηλυκά M. chipokae (επάνω φωτο).

Τα M. chipokae, εκτός ότι είναι πολύ επιθετικά γίνονται και αρκετά μεγαλόσωμα μέσα στα ενυδρεία (τα αρσενικά άτομα μπορεί να φτάσουν τους 17 πόντους SL, από το ρουθούνι ως τη βάση του ουραίου). Τέτοια είδη είτε θα πρέπει να αποφεύγονται ή να διατηρούνται σε κατάλληλα ενυδρεία με τους κατάλληλους συγκατοίκους. Η εισαγωγή τους σε «κοινωνικά» ενυδρεία (με είδη m’buna ή όχι) δημιουργεί προβλήματα. Ακόμα και αν πρόκειται μόνο για m’buna, θα πρέπει να επιλέξετε προσεκτικά ποια είδη m’buna μπορούν να διατηρηθούν με τέτοια είδη.

 Συμβατότητα που έχει να κάνει με το φύλο

Αυτού του είδους οι ασυμβατότητες, έχουν σχέση με το φύλο και τις αναπαραγωγικές διαδικασίες/γέννηση, συγκεκριμένων ειδών που μπορεί να προξενούν προβλήματα στους υπόλοιπους συγκατοίκους τους κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής εποχής τους (στην καλύτερη περίπτωση) ή γενικότερα. Αφού τα ψάρια μεγαλώνουν μοιραία θα αναπαραχθούν εάν είναι παρόντα και τα δύο φύλα στο ενυδρείο και εφ’ όσον δημιουργηθεί συμβατό αναπαραγωγικό ζεύγος (με τις κιχλίδες είναι σχετικά εύκολο). Εάν δύο ή και περισσότερα γόνιμα αρσενικά βρίσκονται στο ίδιο ενυδρείο, αυτό σημαίνει μπελάδες. Εάν μόνο ένα γόνιμο θηλυκό βρίσκεται σε ένα ενυδρείο με γόνιμα αρσενικά που παρουσιάζουν πολυγυνική συμπεριφορά, τότε πάλι θα έχετε μπελάδες. Αυτό θα πρέπει να έχει τεθεί υπ’ όψιν του ακουαρίστα ώστε να έχει προνοήσει, πολύ πριν ενηλικιωθούν και γίνουν γόνιμα τα ψάρια του.

Τα είδη των οποίων τα αρσενικά παρουσιάζουν πολυγυνισμό, θα πρέπει να διατηρούνται περισσότερα από ένα θηλυκά άτομα για κάθε αρσενικό, αλλιώς το μοναδικό θηλυκό θα παρενοχλείται με συνεχείς εφόδους από το αρσενικό μέχρι θανάτου. Διατηρώντας όμως περισσότερα από ένα θηλυκό για κάθε αρσενικό το φλερτ και η επιθετικότητα του αρσενικού διασπάται. Τα περισσότερα m’buna (βραχόψαρα) της λίμνης Malawi είναι ένα καλό παράδειγμα γι’ αυτήν τη συμπεριφορά. Τα αρσενικά άτομα στα περισσότερα είδη από αυτά (πχ. Pseudotropheus species,. Labidochromis species και Melanochromis species, ως τα πλέον κοινά σε ενυδρεία) χρειάζεται να συστεγάζονται με ένα χαρέμι από θηλυκά άτομα, γιατί διαφορετικά θα παρενοχλούν και θα κυνηγούν το μοναδικό θηλυκό άτομο μέχρι εξάντλησης και τελικά και εξόντωσης. Καλό είναι να διατηρούνται σε μία αναλογία ενός αρσενικού με τρία - τέσσερα θηλυκά, οπότε λύνεται και το πρόβλημα.

Ψάρια που δεν ανέχονται την παρουσία στον ίδιο χώρο ούτε άτομα του ίδιου φύλου ούτε άτομα του ίδιου είδους

Για τις κιχλίδες αυτό αποτελεί μάλλον τον κανόνα παρά την εξαίρεση. Τα περισσότερα αρσενικά άτομα από τα είδη των κιχλίδων δεν ανέχονται την παρουσία άλλων αρσενικών του ίδιου είδους (αν και μερικά δεν κάνουν διακρίσεις ούτε στα είδη) και θα διορθώσουν την άγνοια του ακουαρίστα σκοτώνοντας απλά το άλλο ή τα άλλα αρσενικά μέσα στο ενυδρείο αφού τα εκλαμβάνει ως ανταγωνιστές ή αντεραστές του για να είμαστε ακριβέστεροι.

Στην πραγματικότητα τα αρσενικά άτομα θα κυνηγήσουν επίσης και οποιοδήποτε αρσενικό άλλου είδους εφ’ όσον το χρώμα (κυρίως) ή το σουλούπι ή/και τα μελανιστικά μοτίβα που φέρει στο σώμα του, κάτω από το κυρίως χρώμα του μοιάζει με τα δικά του. Σε κάποια είδη τέτοιου είδους έλλειψη ανοχής παρουσιάζεται ακόμη και ανάμεσα στα θηλυκά άτομα. Τα είδη του γένους Melanochromis είναι λαμπρό παράδειγμα. Τα αρσενικά και θηλυκά άτομα των ειδών M. auratus και M. chipokae είναι σαφώς μεταξύ των πλέον μη ανεκτικών ειδών. Εδώ να σημειώσω πως το κυρίαρχο αρσενικό M. auratus που διατηρούσα, μέσα σε δύο εβδομάδες σκότωσε το δεύτερο αρσενικό που διατηρούσα στο ίδιο ενυδρείο και συνέχισε να σκοτώνει τα αρσενικά που γεννιόνταν σε αυτό το ενυδρείο. Μετά από καμία εικοσιπενταριά εκκολάψεις που έλαβαν μέρος στο συγκεκριμένο ενυδρείο, δεν επιβίωσε ούτε ένα αρσενικό, έως ότου απομάκρυνα το κυρίαρχο αρσενικό.

Εφ’ όσον πρόκειται περί Ψαροφάγων, μεγάλων Haps της Malawi, των Guapotes της νότιας Αμερικής και τις μεγάλες κεντροαμερικάνικες κιχλίδες δεν είναι δυνατή η διατήρηση δύο αρσενικών στον ίδιο χώρο, όσο μεγάλο ενυδρείο κι αν διαθέτει κανείς (εξαιρούνται βέβαια οι συμπαθέστατες, σπανιότατες, υπερμεγέθεις υπερβολές).

Είδη που μπορεί να υβριδίσουν εύκολα

Εάν κάτι είναι να πάει στραβά θα πάει. Ο χομπίστας όμως θα πρέπει να είναι ενήμερος και να προσπαθεί όσο γίνεται να το εμποδίσει. Για τι πράγμα ακριβώς μιλάω; Για τους Υβριδισμούς. Μερικά είδη είναι πολύ επιρρεπή. Μεταξύ τους όλα `